19.2.20

οι σπόντες δεν μετράνε


Στο σχολείο πιο πάνω μυρίζω χασίς
Στο πεζοδρόμιο κοιμάται ένας ακόμα ασθενής
Λίγο πιο κάτω μια κυρία ταϊζει μια γάτα
Κι εγώ κοιμάμαι με το άγχος πως θα βγούνε τα φράγκα
Απ'το πρωί στη γύρα για μια γύρα καλή
Να ρεφάρω θέλω σ' αυτό που λένε ζωή
Τι πληγή κι αυτή ανοιχτή κάθε μέρα
Πως περνάω με ρωτάς, σου απαντάω "αέρα"
Είναι ωραία η γεύση της ηρεμίας
Η σιωπή μετά το τέλος μιας τρικυμίας
Η αγκαλιά του κενού στο βυθό μιας ταράτσας
Μία μπάλα κί ενα τέρμα στην άκρη μιας αλάνας

17.2.20

Σεμινάριο για ποιητές #5

Οι φίλοι μου: ένα κακό χαρτί και ένα στιλό τελειωμένο
μία λάμπα καμμένη και ένα κερί μισολιωμένο* 
η ποίηση θέλει ατμόσφαιρα, ένα παράλληλο εισόδημα
και κανά δυο έρωτες να μην τους πέρασες ανώδυνα

Η αλήθεια είναι σκληρή (σου φεύγει το κακό)
τόσο σκληρή όσο οι Wu, όσο ένα στομάχι νυστικό
η ρίμα δεν είναι για χρήμα, είναι για το φλόου
μακρυά απ΄τα κουμπιά, δεν υπάρχουν UFO** 

Η ψυχούλα σου δεν είναι σκεύος μαγειρικής
θέλει μέτρο να κολλήσεις για να γίνεις ποιητής
θέλει το ψυστήρι της η φάση, χρόνια πάνω απ' το χαρτί
και κασέρι να μην παίζει ε ας παίξει φέτα. 


*(έχει τελειώσει ο αναπτύρας και δεν ξέρω πως να το ανάψω πάλι)
**(ούτε πολιτείες που κυλούν κάτω απ' το δέρμα σου)

15.2.20

24/7

Λέω που πάει; 
μα δεν πάει παρακάτω
Λέω κυλλάει
μ' αυτή έχει πιάσει τον πάτο
Είναι η ώρα
Που ουρλιάζει πάλι από μέσα
και το κεφάλι μου σπάει
σαν να ήταν σε πρέσσα

Μία και δέκα 
Και το μάτι μου άδειο
Αιωρούμαι 
πάλι πάνω από βάλτο

Γλυστράω και πέφτω 
Ανοιγοκλείνω τα μάτια
Στην όθονη μου πάλι
όλα είναι κομμάτια

Κι εγώ θυμάμαι 
πως είναι να φεύγεις
δίχως να έχεις 
έναν νου που χτυπάει
Απ' το πρωί ως το βράδυ
ένα μόνιμο άγχος 
να σε τυραννάει  

Πως είναι να έχεις μια δουλειά
ένα σπίτι και μία γυναίκα
έναν ήλιο το πρωί 
και το βράδυ μία κουβέντα
Μια αγκαλιά κι ένα ήρεμο χάδι
Να βρίσκεσαι για λίγο 
σε μια ήσυχη πλάνη

9.2.20

Έτσι απλά

Tα σπάει, πέφτει και μαθαίνει
Απ' του ονείρου του την άκρη
Μέσα στο ίδιο του το δάκρυ
Ζει, ανασαίνει κι επιμένει

Της λέει "φεύγω", τον φιλάει
Έτσι απλά αλλάζει κέντρο
Δεν υπομένει σαν το δέντρο
Αυτός μια πέτρα που κυλάει

Κυλά και πέφτει σε χαράδρες
Βαθαίνει έτσι την πνοή του
Για ν' ακούγεται η φωνή του
Τόσες χιλιάδες κάτω γιάρδες

Ανασυντάσσεται, ηρεμεί
Ασκείται στην ακινησία
Απολαμβάνει την ουσία
Ενός ονείρου που εκκρεμεί